Συνέντευξη στην Άννα Στεργίου
«Η Μεσσηνία είναι ίσως από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα περιοχών όπου η σύνδεση αγροδιατροφής και τουρισμού θα μπορούσε να λειτουργεί υποδειγματικά και σε έναν βαθμό αυτό πράγματι ήδη συμβαίνει», λέει ο βουλευτής Μεσσηνίας της ΝΔ και μέλος της Αγροτικής Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής, Περικλής Μαντάς. Με σπουδές πάνω στον γεωπονικό τομέα εκλέχθηκε για πρώτη φορά το 2019 και επανεκλέχθηκε το 2023. Πριν την εκλογή του εργάστηκε ως ελεύθερος επαγγελματίας στις νέες τεχνολογίες, στο εμπόριο, στη συμβουλευτική επιχειρήσεων και στον τομέα της Ενέργειας.
Προτού εκλεγεί βουλευτής υπηρέτησε ως περιφερειακός σύμβουλος Πελοποννήσου και ως αντιπεριφερειάρχης Επιχειρηματικότητας, Ανταγωνιστικότητας και Καινοτομίας (2014–2018). Θεωρεί πως η διασύνδεση τουρισμού – αγροτικής ανάπτυξης συμβαίνει στη Μεσσηνία αλλά είναι σχετικά περιορισμένη. Και τονίζει πως αυτή η διασύνδεση αν αναπτυχθεί καλύτερα μπορεί να δώσει ανάσα και προοπτική ανάπτυξης για το μέλλον και για τους δυο τομείς τόσο στη Μεσσηνία, όσο και σε όλη την Ελλάδα. Συζητήσαμε με αφορμή την Αγροτική Διακομματική Επιτροπή στην οποία συμμετέχει.
Όλη η συνέντευξη έχει ως εξής:
Ερ.: Η Αγροτική Διακομματική Επιτροπή της Βουλής οσονούπω ολοκληρώνει το έργο της ενώ εισηγητές της αντιπολίτευσης ζητούν να συνεχιστεί η λειτουργία της και να έχει ρόλο εισηγητικό και στη συνέχεια. Θεωρείτε πως υπάρχουν περιθώρια σύγκλισης με τα κόμματα της αντιπολίτευσης προς αυτή την κατεύθυνση;
«Η Διακομματική Επιτροπή της Βουλής για τον πρωτογενή τομέα αποτέλεσε μια σημαντική κοινοβουλευτική πρωτοβουλία, γιατί για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια δημιουργήθηκε ένας οργανωμένος χώρος διαλόγου πέρα από κομματικές γραμμές. Μέσα από τις εργασίες της Επιτροπής, θεωρώ ότι αποδείχθηκε στην πράξη πως υπάρχουν κοινές αγωνίες, κοινές διαπιστώσεις και σε αρκετές περιπτώσεις και κοινές προτάσεις.
Περιθώρια σύγκλισης με τα κόμματα της αντιπολίτευσης, σαφώς, υπάρχουν. Υπάρχει όμως και μια βασική προϋπόθεση: όλοι ν’ αντιληφθούμε ότι η αγροτική πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται στον εκλογικό κύκλο μιας κυβέρνησης. Χρειάζεται εθνική συνέχεια, σταθερός σχεδιασμός και θεσμική μνήμη. Αξίες δηλαδή που βαρύνουν εξίσου όλες τις πολιτικές δυνάμεις. Από εκεί και πέρα, για να αποκτήσει η Επιτροπή μόνιμο και διαχρονικό χαρακτήρα, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι δεν θα μετατραπεί σε εργαλείο άσκησης αντιπολίτευσης ή δημιουργίας εντυπώσεων, αλλά θα διατηρήσει έναν χρήσιμο και παραγωγικό ρόλο. Για κάτι τέτοιο χρειαζόμαστε οπωσδήποτε ένα πιο ώριμο πολιτικό σύστημα και μια κουλτούρα συνεννόησης».
Ερ.: Η Αγροτική Διακομματική Επιτροπή της Βουλής προέκυψε μετά την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και την αναγκαιότητα να μπει στρατηγική στη Γεωργία, ανεξαρτήτως κυβερνήσεων. Ποια είναι για σας τα πιο σημαντικά ζητήματα που τέθηκαν;
«Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ ήταν προφανώς η αφορμή, αλλά, με τη μεταφορά των αρμοδιοτήτων του οργανισμού στην ΑΑΔΕ, το ζήτημα έχει μπει σε μια νέα φάση αντιμετώπισης και εξυγίανσης με αποτελέσματα, που είναι ήδη ορατά. Από εκεί και πέρα, η ουσία της συζήτησης είναι πολύ ευρύτερη. Μέσα από τη λειτουργία της Επιτροπής αναδείχθηκαν βαθιές διαρθρωτικές αδυναμίες του πρωτογενούς τομέα, που συσσωρεύονται εδώ και χρόνια.
Το πρώτο και ίσως πιο πιεστικό ζήτημα είναι το κόστος παραγωγής. Η ενέργεια, τα καύσιμα, οι ζωοτροφές και τα εφόδια έχουν αυξήσει δραματικά την πίεση στους παραγωγούς. Ταυτόχρονα, η διαχείριση των υδάτινων πόρων και η ανάγκη για σύγχρονα αρδευτικά έργα είναι πλέον κρίσιμη, ειδικά υπό το βάρος της κλιματικής κρίσης. Σημαντικό θέμα είναι επίσης η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού και η δυσκολία προσέλκυσης νέων ανθρώπων στον κλάδο. Χωρίς ανανέωση, δεν μπορεί να υπάρξει μέλλον. Παράλληλα, συζητήθηκε η ανάγκη για ενίσχυση της εξωστρέφειας, της μεταποίησης και της προστιθέμενης αξίας των ελληνικών προϊόντων, ώστε ο παραγωγός να αμείβεται δικαιότερα για τον κόπο του.
Προφανώς τα τελικά συμπεράσματα δεν έχουν πλήρως εξαχθεί, ωστόσο μπορώ να σας πω με βεβαιότητα ότι υπάρχει έντονη ανάγκη για δομικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις, με στόχο τη δημιουργία ενός σύγχρονου, εξωστρεφούς και παραγωγικού πρωτογενούς τομέα. Προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει οπωσδήποτε να κινηθούμε».
-Υπάρχουν ζητήματα που τέθηκαν κι αφορούσαν στην διαχείριση του υπουργείου και των οργανισμών του αλλά και θέματα, που άπτονται και της Κοινότητας. Τι πρέπει να διεκδικήσει η Ελλάδα για την επόμενη ΚΑΠ;
«Η επόμενη Κοινή Αγροτική Πολιτική θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό το μέλλον του ελληνικού αγροτικού τομέα και γι’ αυτό η Ελλάδα πρέπει να προσέλθει στη διαπραγμάτευση με ξεκάθαρη στρατηγική. Δεν αρκεί να ακολουθούμε τις εξελίξεις, πρέπει και να τις διαμορφώνουμε.
Πρώτη προτεραιότητα είναι η διασφάλιση ισχυρών πόρων για τους παραγωγούς, γιατί η βιωσιμότητα του κλάδου εξαρτάται άμεσα από τη σταθερότητα της στήριξης. Δεύτερον, πρέπει να εντοπίσουμε τους τομείς που η χώρα έχει στρατηγικό πλεονέκτημα και να επενδύσουμε σε αυτούς περισσότερο και αποτελεσματικότερα. Τρίτον, πρέπει να διεκδικήσουμε μεγαλύτερη ευελιξία για τις μεσογειακές καλλιέργειες, όπως η ελιά, τα αμπέλια και τα κηπευτικά, που έχουν ιδιαίτερες ανάγκες και δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με ενιαία λογική.
Παράλληλα, χρειάζεται μεγαλύτερη έμφαση στην ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική αλλαγή, στη διαχείριση του νερού και στην τεχνολογική μετάβαση. Επίσης, θεωρώ απολύτως κρίσιμο να υπάρξουν ισχυρότερα κίνητρα για νέους αγρότες, ώστε να κρατήσουμε ζωντανή την ελληνική ύπαιθρο».
-Τα τελευταία χρόνια η Πελοπόννησος και ειδικά η Μεσσηνία όπου εκλέγεστε έχει στρέψει το βλέμμα της στον τουρισμό. Μάλιστα η Μεσσηνία ήταν από τις περιοχές που συνυπέγραψαν εκ των πρώτων το σύμφωνο για τη Μεσογειακή Διατροφή. Γιατί δεν προχωράει όπως πρέπει η σύνδεση Αγροδιατροφής – Τουρισμού και τι θεωρείτε πως πρέπει να κάνουν οι παραγωγοί;
«Η Μεσσηνία είναι ίσως από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα περιοχών όπου η σύνδεση αγροδιατροφής και τουρισμού θα μπορούσε να λειτουργεί υποδειγματικά και σε έναν βαθμό αυτό πράγματι ήδη συμβαίνει. Διαθέτει εξαιρετικά προϊόντα, ισχυρή γαστρονομική παράδοση, διεθνώς αναγνωρισμένο ελαιόλαδο και έναν τουρισμό που τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται δυναμικά. Όμως πρέπει να είμαστε ειλικρινείς: αυτή η διασύνδεση παραμένει σε μεγάλο βαθμό περιορισμένη και αποσπασματική.
Το βασικό πρόβλημα είναι ότι οι δύο τομείς εξακολουθούν να λειτουργούν παράλληλα, χωρίς επαρκείς γέφυρες συνεργασίας. Ο τουρίστας πολλές φορές καταναλώνει μια εμπειρία φιλοξενίας χωρίς να έρχεται ουσιαστικά σε επαφή με την τοπική παραγωγή και την ταυτότητα του τόπου. Εκεί πρέπει να επενδύσουμε περισσότερο. Οι παραγωγοί χρειάζεται να ενισχύσουν την τυποποίηση, την πιστοποίηση, το branding και την εξωστρέφεια των προϊόντων τους. Από την άλλη, ο τουριστικός κλάδος πρέπει να ενσωματώσει πιο ενεργά την τοπική παραγωγή στην εμπειρία που προσφέρει. Αυτό δεν είναι μόνο οικονομικό εργαλείο, είναι στρατηγική ταυτότητας για τον τόπο.
Σ’ όλα αυτά, η πολιτεία έχει διττό ρόλο. Από τη μια μεριά, η κυβέρνηση και το υπουργείο πρέπει να κάνουν αναγκαίες θεσμικές παρεμβάσεις και να παρέχουν κίνητρα που θα φέρουν πιο κοντά τους δύο κλάδους. Από την άλλη μεριά, η τοπική αυτοδιοίκηση γνωρίζει καλύτερα τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής και θα πρέπει ν’ αναλάβει πιο ενεργό ρόλο, ενισχύοντας, οργανώνοντας και προωθώντας στην πράξη περισσότερες δράσεις και πρωτοβουλίες. Για να έχουμε αποτελεσματικότητα, χρειαζόμαστε συντονισμό και στα δύο αυτά επίπεδα».
Ερ.: Υπάρχει μία πολύ μεγάλη ανησυχία και στον κτηνοτροφικό κλάδο μετά τα προβλήματα με τις ζωονόσους. Τι νομίζετε πως δεν έγινε σωστά μέχρι σήμερα και πως μπορεί ν΄ αντιμετωπιστεί στο άμεσο μέλλον;
«Η ανησυχία που υπάρχει σήμερα στον κτηνοτροφικό κόσμο είναι απολύτως εύλογη και δικαιολογημένη. Τα τελευταία χρόνια είδαμε επανειλημμένα περιστατικά ζωονόσων που έπληξαν την παραγωγή, επιβάρυναν οικονομικά τις μονάδες και δημιούργησαν μεγάλη ανασφάλεια για το μέλλον του κλάδου.
Νομίζω ότι το βασικό πρόβλημα είναι πως σε αρκετές περιπτώσεις κινηθήκαμε περισσότερο αντιδραστικά παρά προληπτικά. Η πρόληψη είναι το κλειδί. Χρειάζονται πιο ισχυροί μηχανισμοί επιτήρησης, καλύτερη συνεργασία με τις περιφέρειες και μεγαλύτερη στελέχωση των κτηνιατρικών υπηρεσιών, που σήμερα αντιμετωπίζουν σημαντικά κενά. Επίσης, η διασπορά ανακριβών ή υπερβολικών πληροφοριών, όπως δυστυχώς είδαμε πρόσφατα και στον δημόσιο διάλογο, σίγουρα δεν βοηθά.
Ταυτόχρονα, πρέπει να επενδύσουμε περισσότερο στη βιοασφάλεια των μονάδων και στην ενημέρωση των παραγωγών, ώστε να υπάρχει καλύτερη ετοιμότητα. Και βέβαια, όταν προκύπτει ζημιά, οι αποζημιώσεις πρέπει να δίνονται γρήγορα, δίκαια και με βάση τα τρέχοντα δεδομένα και τις πραγματικές συνθήκες. Ο κτηνοτρόφος σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να σηκώνει μόνος του το βάρος μιας υγειονομικής κρίσης».
Ερ.: Έχετε ασχοληθεί επανειλημμένα με θέματα επιχειρηματικότητας είτε ως επαγγελματίας είτε ως εκπρόσωπος της Αυτοδιοίκησης προτού εκλεγείτε βουλευτής αλλά και με την ψηφιοποίηση. Ποια είναι τα σημεία που πρέπει να δοθεί έμφαση στη σύνδεση αγροτικού τομέα και ψηφιακών μέσων;
«Η ψηφιοποίηση αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη ευκαιρία για τον εκσυγχρονισμό του πρωτογενούς τομέα τα επόμενα χρόνια. Σήμερα η τεχνολογία μπορεί να προσφέρει εργαλεία που βελτιώνουν την παραγωγικότητα, μειώνουν το κόστος και ενισχύουν τη βιωσιμότητα της αγροτικής δραστηριότητας.
Μιλάμε για εφαρμογές γεωργίας ακριβείας, αισθητήρες στο χωράφι, καλύτερη παρακολούθηση της άρδευσης, πρόβλεψη καιρικών συνθηκών, έγκαιρη ανίχνευση ασθενειών και αξιοποίηση δεδομένων για πιο σωστές αποφάσεις. Όλα αυτά όχι μόνο μπορούν, αλλά και πρέπει ν’ αλλάξουν ριζικά τον τρόπο που παράγουμε.
Όμως υπάρχουν δύο βασικές προϋποθέσεις: πρόσβαση και γνώση. Δεν αρκεί να υπάρχουν τα εργαλεία, πρέπει οι παραγωγοί να μπορούν να τα χρησιμοποιούν εύκολα και οικονομικά. Εκεί ο ρόλος της πολιτείας είναι κρίσιμος: με χρηματοδοτικά προγράμματα, με εκπαίδευση και με ισχυρές ψηφιακές υποδομές στην περιφέρεια. Ο αγρότης του αύριο δεν μπορεί να είναι μόνο παραγωγός. Θα πρέπει να είναι και επιχειρηματίας, και διαχειριστής πληροφορίας, και χρήστης τεχνολογίας.
Σ’ όλα αυτά, οι αγροτικοί συνεταιρισμοί μπορούν να παίξουν καταλυτικό ρόλο. Στη Μεσσηνία έχουμε αρκετά τέτοια παραδείγματα υγιών συνεταιρισμών, οι οποίοι έχουν αναπτύξει σημαντική τεχνογνωσία τόσο στην καλλιέργεια όσο και στο μάρκετινγκ και την εμπορία των προϊόντων. Τα οφέλη για τους συνεταιρισμένους παραγωγούς είναι όχι μόνο μεγάλα αλλά και αποδεδειγμένα».


